Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
.

 
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Σε κάθε ευνομούμενη χώρα του κόσμου, η πολυμορφία του φυσικού περιβάλλοντος θεωρείται εθνικό κεφάλαιο και προϋπόθεση για την κοινωνική ευημερία, την οικονομική ευμάρεια και τον πολιτισμό. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, επί δεκαετίες θεωρούσαμε το φυσικό περιβάλλον είτε ως ανεξάντλητο πόρο εκμετάλλευσης είτε ως «μουσειακό έκθεμα» που προοριζόταν για τουριστική κατανάλωση. Τις αντιλήψεις αυτές μαρτυρά και το ιστορικό του προσδιορισμού των περιοχών NATURA. Η υποχρέωση της χώρας μας για τη σύνταξη του καταλόγου των προστατευόμενων περιοχών ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ολοκληρώθηκε το 1998.Έχουν περάσει δεκατρία χρόνια από τότε και σε ελάχιστες από αυτές τις περιοχές υπάρχουν επιτροπές διαχείρισης και έχουν ολοκληρωθεί οι αναγκαίες ειδικές περιβαλλοντικές μελέτες. Η κατοχύρωση των προστατευομένων περιοχών παραμένει ευχολόγιο με ευθύνη τόσο της κεντρικής όσο και της τοπικής εξουσίας. Η σύγχρονη αντιμετώπιση του φυσικού περιβάλλοντος απαιτεί μια διεπιστημονική και πολύ-παραγοντική προσέγγιση στην οποία ανήκει, βέβαια, και η αναπτυξιακή λογική. Και τούτο διότι, η διατήρηση και διαχείριση του φυσικού μας πλούτου όχι μόνο δεν αντιστρατεύεται την οικονομική δραστηριότητα, αλλά, αντίθετα, αποτελεί θεμέλιο για μια πραγματικά βιώσιμη οικονομία. Γνωρίζουμε όλοι ότι η σημερινή οικονομική κρίση μοιραία οδηγεί στην αλλαγή του αναπτυξιακού μας προτύπου. Στον τομέα της διάδρασης του φυσικού περιβάλλοντος με την ανθρώπινη δραστηριότητα αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα πρέπει να μπουν χωροταξικοί και πολεοδομικοί κανόνες για να αναχαιτίσουμε την δόμηση που πραγματοποιείται με άναρχο τρόπο και, συχνά, με την ανοχή του Κράτους. Διότι, στην Ελλάδα, ιστορικά, ο μεγαλύτερος και σοβαρότερος παράγοντας περιβαλλοντικής επιβάρυνσης είναι η άναρχη υπερδόμηση : από την υποδοχή και εγκατάσταση πάνω από 1.000.000 Μικρασιατών προσφύγων που έγινε κάτω από τραγικές και επείγουσες συνθήκες το 1922-3, τα μεγάλα εσωτερικά μεταναστευτικά ρεύματα προς τα αστικά κέντρα, μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά, την εφεύρεση της αντιπαροχής στην δεκαετία του 1960 μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, όπου σχεδόν κάθε Έλληνας με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου μπορούσε να πραγματοποιήσει το όνειρο της δεύτερης παραθεριστικής κατοικίας. Σε όλες αυτές τις ιστορικές περιόδους, το Κράτος όχι μόνο παρατηρούσε αμέτοχο το φαινόμενο της άναρχης δόμησης, αλλά ουσιαστικά το ευνοούσε αποποιούμενο τις δικές του ευθύνες απέναντι στην κοινωνία. Συνεπώς, οι ευθύνες του κράτους, αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι μεγάλες. Αφήσαμε να λειτουργήσουν ανεξέλεγκτα οι νόμοι της αγοράς που αναγάγανε την αξιοποίηση της έγγειας ιδιοκτησίας - είτε για δεύτερη κατοικία είτε για τουρισμό - σε σημαντικό οικονομικό παράγοντα για εκτεταμένα κοινωνικά στρώματα. Τα παραδείγματα αλλοίωσης του φυσικού και του ιστορικά δομημένου περιβάλλοντος ανά την ελληνική επικράτεια είναι πάμπολλα με πιο χαρακτηριστικό εκείνο των νησιών μας : το 1945 τα νησιά ήταν, στην πλειονότητά τους, γεωργική γη και ο οικιστικός πυρήνας της χώρας τους (της πρωτεύουσας) καταλάμβανε μια κουκίδα στο χάρτη τους. Τις τελευταίες δεκαετίες, η έννοια του ορίου ενός οικισμού ή η έννοια της εκτός οικισμών δόμησης έχουν περίπου χάσει το νόημά τους οι εναπομένουσες εκτάσεις ελεύθερης γης είναι πλέον απειροελάχιστες αφού παρανόμως μετά το 1983 οι οικισμοί «ξεχύλωσαν» ενοποιήθηκαν μεταξύ τους. Καταφέραμε ό,τι επί χιλιάδες χρόνια διατηρείτο αναλλοίωτο, μόλις μέσα σε 30 χρόνια, να αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα το φυσικό περιβάλλον, και να καταστρέψουμε οικισμούς που δημιουργήθηκαν με τη σοφία του λαϊκού τεχνίτη. Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα μιας πολιτικής χωρίς κανόνες στο όνομα της εξυπηρέτησης του εποχιακού τουριστικού κέρδους χωρίς χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, και σε πλήρη αντίθεση με την πρακτική των άλλων ευρωπαϊκών χωρών όπου η προστασία του τοπίου, ο σεβασμός των ιστορικών οικισμών, η ανάδειξη του τοπικού πολιτιστικού πλούτου δημιούργησε μια διευρυμένη τουριστική περίοδο με υψηλής ποιότητας στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Με αφορμή τη μεγάλη συζήτηση που ξεκίνησε γύρω από το άρθρο 9 του σχεδίου νόμου που εξετάζουμε σήμερα θα ήθελα να επισημάνω ότι σε κανένα Κοινοβούλιο της Ευρώπης δεν θα είχε κατατεθεί ένα τέτοιο νομοσχέδιο διότι, εκεί, λειτουργεί το αυτονόητο: απαγορεύεται η δόμηση για κατοικία έξω από οικισμούς. Όμως όσο καθυστερεί η σύμπλευση μας με τα κρατούντα στην Ευρώπη για την εκτός σχεδίου δόμησης, τόσο πιο ανεπανόρθωτη θα γίνει η καταστροφή. Επομένως, σήμερα έχουμε την ελάχιστη υποχρέωση να θέσουμε έναν οριζόντιο κανόνα που θα προστατεύει καταρχήν τις περιοχές NATURA εφαρμόζοντας ουσιαστικά το νόμο και, πιο συγκεκριμένα, τον κανόνα που ισχύει για την εκτός σχεδίου δόμηση χωρίς παρεκκλίσεις. Διότι η υιοθέτηση των παρεκκλίσεων για την εκτός σχεδίου δόμηση και στις περιοχές NATURA θα οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη βλάβη των προστατευόμενων ειδών που εκτείνονται από τη μικροκλίμακα του γενετικού υλικού μέχρι τη μέγιστη κλίμακα του τοπίου. Θέλω να τονίσω ότι, αντίθετα με τα όσα ακούγονται τις τελευταίες ημέρες, η ρύθμιση που εισηγούμαστε δεν έχει στόχο τη μικρή ιδιοκτησία εφόσον διατηρούμε το δικαίωμα δόμησης σε υφιστάμενα οικόπεδα των 4 στρεμμάτων. Αντίθετα, η ρύθμιση έχει στόχο τον περιορισμό της υπερβολικής κατάτμησης της μεγάλης ιδιοκτησίας και την κερδοσκοπία που αυτή μπορεί να συνεπάγεται. Ακούσαμε κριτικές σύμφωνα με τις οποίες «καταδικάζουμε» εκτεταμένες περιοχές. Με το πλαίσιο που θέτουμε, στις περιοχές NATURA δεν αποκλείονται defacto χρήσεις αναπτυξιακές. Εμείς οραματιζόμαστε ότι οι περιοχές αυτές θα έχουν το πλεονέκτημα να αποτελέσουν τα πρότυπα μιας ορθολογικής και ολοκληρωμένης ανάπτυξης. Πιστεύω πραγματικά ότι –χωρίς να αιφνιδιάζουμε τους πολίτες, οι οποίοι επαναλαμβάνω ότι γνώριζαν εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες τον χαρακτηρισμό των συγκεκριμένων περιοχών - βάζουμε έναν ελάχιστο οριζόντιο κανόνα σύμφωνα με τις αρχές της προστασίας και της πρόληψης. Η χώρα μας παρουσιάζει μια από τις μεγαλύτερες στην ΕΕ πολυμορφίες τοπογραφικού ανάγλυφου στην ηπειρωτική χώρα αφού δεσπόζουν οι ορεινές περιοχές και υπάρχει μικρό ποσοστό πεδινών εκτάσεων. Κατά συνέπεια, πέρα από τις οριζόντιες πολιτικές στις οποίες κατ’ ανάγκη προσφεύγουμε, χρειάζεται η θεσμοθέτηση εξειδικευμένων όρων που θα είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αυτά είναι ευθύνη της πολιτείας και βεβαίως και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που είναι μέρος της Πολιτείας. · Η αειφόρος ανάπτυξη προϋποθέτει ολοκληρωμένη προσέγγιση του φυσικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος τόσο στον αστικό χώρο όσο και στην ύπαιθρο, συμπεριλαμβάνει, δε, και την πολιτιστική κληρονομιά. · Η ισόρροπη διάδραση φυσικού περιβάλλοντος και ανθρώπινης δραστηριότητας είναι καίρια στην εποχή μας. Αυτό υπάρχει στις αστικές περιοχές; Τι απαιτείται προκειμένου να υπάρξει; · Πως μπορούμε να πετύχουμε τη βιώσιμη διαχείριση του φυσικού και πολιτισμικού τοπίου; · Η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην κληρονομιά της υπαίθρου και επιτάσσει την επεξεργασία κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου για την προστασία αυτής της κληρονομιάς, που μεταξύ άλλων προϋποθέτει την : · Διασφάλιση της συμβατότητας των νέων οικοδομικών δραστηριοτήτων με το ιστορικό, φυσικό και υπάρχον ιστορικά δομημένο περιβάλλον. · Την προστασία των οικοσυστημάτων που πρέπει να μένουν αναλλοίωτα από τις συνέπειες της άναρχης ανάπτυξης χωρίς πλαίσια εξειδίκευσης. Το παρόν νομοσχέδιο κινείται γενικά στην κάλυψη των Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Χρέος και ευθύνη μας είναι να ολοκληρώσουμε τον αναγκαίο περιβαλλοντικό σχεδιασμό της χώρας κατά τέτοιον τρόπο που θα προστατεύει τις περιοχές που καθημερινά απειλούνται από την καταστροφή εξαιτίας της υπερδόμησης, όπως τα νησιά και η παράκτια χώρα.